ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαλύω (π.χ. νερό με αλεύρι), διαλύω (αλάτι στο νερό, χρώμα, κ.λπ.), ανακατεύω μέσα
  2. 02 χτυπώ (αυγά), αναδεύω, χτυπώ
  3. 03 σπάνιο λιώνω, ρευστοποιώ, τήκω, αποψύχω, συγχωνεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
溶く
Παρόν (ευγενικό)
溶きます
Άρνηση (απλή)
溶かない
Άρνηση (ευγενική)
溶きません
Παρελθόν (απλό)
溶いた
Παρελθόν (ευγενικό)
溶きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
溶かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
溶きませんでした
Τε-μορφή
溶いて
Δυνητική
溶ける
Προστακτική
溶け
Βουλητική
溶こう
Υποθετική (ば)
溶けば