溶とけ込こむ

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λιώνω μέσα σε κάτι, διαλύομαι μέσα σε κάτι, συγχωνεύομαι
  2. 02 εναρμονίζομαι με το περιβάλλον, ταιριάζω, προσαρμόζομαι, ενσωματώνομαι

Παραδείγματα

  • 氷こおりが水みずに溶とけ込こみます。

    Ο πάγος λιώνει στο νερό.

  • 新あたらしい環境かんきょうに溶とけ込こむのは時間じかんがかかります。

    Χρειάζεται χρόνος για να προσαρμοστείς σε ένα νέο περιβάλλον.

  • 彼かれはすぐにその地域社会ちいきしゃかいに溶とけ込こみ、まるで昔むかしからそこに住すんでいるかのようでした。

    Ενσωματώθηκε αμέσως στην τοπική κοινωνία, σαν να ζούσε εκεί από πάντα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
溶け込む
Παρόν (ευγενικό)
溶け込みます
Άρνηση (απλή)
溶け込まない
Άρνηση (ευγενική)
溶け込みません
Παρελθόν (απλό)
溶け込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
溶け込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
溶け込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
溶け込みませんでした
Τε-μορφή
溶け込んで
Δυνητική
溶け込める
Προστακτική
溶け込め
Βουλητική
溶け込もう
Υποθετική (ば)
溶け込めば