ようしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρευστοποίηση, έκλουση

Κλίση

Παρόν (απλό)
溶出する
Παρόν (ευγενικό)
溶出します
Άρνηση (απλή)
溶出しない
Άρνηση (ευγενική)
溶出しません
Παρελθόν (απλό)
溶出した
Παρελθόν (ευγενικό)
溶出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
溶出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
溶出しませんでした
Τε-μορφή
溶出して
Δυνητική
溶出できる
Προστακτική
溶出しろ
Βουλητική
溶出しよう
Υποθετική (ば)
溶出すれば