ようだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θερμική κοπή (μετάλλων), κοπή με πλάσμα
  2. 02 τήξη και διακοπή (ασφάλειας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
溶断する
Παρόν (ευγενικό)
溶断します
Άρνηση (απλή)
溶断しない
Άρνηση (ευγενική)
溶断しません
Παρελθόν (απλό)
溶断した
Παρελθόν (ευγενικό)
溶断しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
溶断しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
溶断しませんでした
Τε-μορφή
溶断して
Δυνητική
溶断できる
Προστακτική
溶断しろ
Βουλητική
溶断しよう
Υποθετική (ば)
溶断すれば