ようちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκόλληση (θερμοπλαστικών ή μη σιδηρούχων μετάλλων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
溶着する
Παρόν (ευγενικό)
溶着します
Άρνηση (απλή)
溶着しない
Άρνηση (ευγενική)
溶着しません
Παρελθόν (απλό)
溶着した
Παρελθόν (ευγενικό)
溶着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
溶着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
溶着しませんでした
Τε-μορφή
溶着して
Δυνητική
溶着できる
Προστακτική
溶着しろ
Βουλητική
溶着しよう
Υποθετική (ば)
溶着すれば