溶解
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διάλυση, διαλυτοποίηση (π.χ. χημική)
- 02 τήξη, υγροποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 溶解する
- Παρόν (ευγενικό)
- 溶解します
- Άρνηση (απλή)
- 溶解しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 溶解しません
- Παρελθόν (απλό)
- 溶解した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 溶解しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 溶解しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 溶解しませんでした
- Τε-μορφή
- 溶解して
- Δυνητική
- 溶解できる
- Προστακτική
- 溶解しろ
- Βουλητική
- 溶解しよう
- Υποθετική (ば)
- 溶解すれば
- Υποθετική (たら)
- 溶解したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 溶解したい
- Απαγορευτική (~な)
- 溶解するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 溶解しなさい
- Παθητική
- 溶解される
- Αιτιατική
- 溶解させる