おぼ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πεθαίνω από πνιγμό, πνίγομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
溺れ死ぬ
Παρόν (ευγενικό)
溺れ死にます
Άρνηση (απλή)
溺れ死なない
Άρνηση (ευγενική)
溺れ死にません
Παρελθόν (απλό)
溺れ死んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
溺れ死にました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
溺れ死ななかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
溺れ死にませんでした
Τε-μορφή
溺れ死んで
Δυνητική
溺れ死ねる
Προστακτική
溺れ死ね
Βουλητική
溺れ死のう
Υποθετική (ば)
溺れ死ねば