めっする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταστρέφομαι, αφανίζομαι, σβήνω (π.χ. φωτιά)
  2. 02 καταστρέφω, απαλλάσσομαι από, σβήνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
滅する
Παρόν (ευγενικό)
滅します
Άρνηση (απλή)
滅しない
Άρνηση (ευγενική)
滅しません
Παρελθόν (απλό)
滅した
Παρελθόν (ευγενικό)
滅しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滅しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滅しませんでした
Τε-μορφή
滅して
Δυνητική
滅できる
Προστακτική
滅しろ
Βουλητική
滅しよう
Υποθετική (ば)
滅すれば