ほろ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταστρέφομαι, ερειπώνομαι, αφανίζομαι, παρακμάζω, ξεκληρίζομαι, εξαφανίζομαι, πεθαίνω

Παραδείγματα

  • そのくにほろびました

    Αυτή η χώρα καταστράφηκε.

  • 恐竜きょうりゅうはもうほろんでしまいました。

    Οι δεινόσαυροι έχουν πια εξαφανιστεί.

  • 一度いちどほろんだ文明ぶんめいもともどすことは不可能ふかのうです。

    Είναι αδύνατο να επαναφέρουμε έναν πολιτισμό που έχει ήδη αφανιστεί.

Κλίση

Παρόν (απλό)
滅ぶ
Παρόν (ευγενικό)
滅びます
Άρνηση (απλή)
滅ばない
Άρνηση (ευγενική)
滅びません
Παρελθόν (απλό)
滅んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
滅びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滅ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滅びませんでした
Τε-μορφή
滅んで
Δυνητική
滅べる
Προστακτική
滅べ
Βουλητική
滅ぼう
Υποθετική (ば)
滅べば