めっきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποστείρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
滅菌する
Παρόν (ευγενικό)
滅菌します
Άρνηση (απλή)
滅菌しない
Άρνηση (ευγενική)
滅菌しません
Παρελθόν (απλό)
滅菌した
Παρελθόν (ευγενικό)
滅菌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滅菌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滅菌しませんでした
Τε-μορφή
滅菌して
Δυνητική
滅菌できる
Προστακτική
滅菌しろ
Βουλητική
滅菌しよう
Υποθετική (ば)
滅菌すれば