すべらす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω να γλιστρήσει, αφήνω να πέσει
  2. 02 γλιστρώ
  3. 03 γλιστρώ, ολισθαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
滑らす
Παρόν (ευγενικό)
滑らします
Άρνηση (απλή)
滑らさない
Άρνηση (ευγενική)
滑らしません
Παρελθόν (απλό)
滑らした
Παρελθόν (ευγενικό)
滑らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滑らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滑らしませんでした
Τε-μορφή
滑らして
Δυνητική
滑らせる
Προστακτική
滑らせ
Βουλητική
滑らそう
Υποθετική (ば)
滑らせば