滑り入る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γλιστρώ μέσα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 滑り入る
- Παρόν (ευγενικό)
- 滑り入ります
- Άρνηση (απλή)
- 滑り入らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 滑り入りません
- Παρελθόν (απλό)
- 滑り入った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 滑り入りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 滑り入らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 滑り入りませんでした
- Τε-μορφή
- 滑り入って
- Δυνητική
- 滑り入れる
- Προστακτική
- 滑り入れ
- Βουλητική
- 滑り入ろう
- Υποθετική (ば)
- 滑り入れば
- Υποθετική (たら)
- 滑り入ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 滑り入りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 滑り入るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 滑り入りなさい
- Παθητική
- 滑り入られる
- Αιτιατική
- 滑り入らせる