かっそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολίσθηση, γλίστρημα, πατινάζ (στον πάγο), σκι, γλιστρώ
  2. 02 τροχοδρόμηση, φόρα απογείωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
滑走する
Παρόν (ευγενικό)
滑走します
Άρνηση (απλή)
滑走しない
Άρνηση (ευγενική)
滑走しません
Παρελθόν (απλό)
滑走した
Παρελθόν (ευγενικό)
滑走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滑走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滑走しませんでした
Τε-μορφή
滑走して
Δυνητική
滑走できる
Προστακτική
滑走しろ
Βουλητική
滑走しよう
Υποθετική (ば)
滑走すれば