たい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συσσώρευση εμπορευμάτων, συμφόρηση εμπορευμάτων
  2. 02 συσσώρευση απούλητων προϊόντων, συσσώρευση αποθέματος, στοκ εμπορευμάτων, αποθέματα, απούλητο απόθεμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
滞貨する
Παρόν (ευγενικό)
滞貨します
Άρνηση (απλή)
滞貨しない
Άρνηση (ευγενική)
滞貨しません
Παρελθόν (απλό)
滞貨した
Παρελθόν (ευγενικό)
滞貨しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滞貨しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滞貨しませんでした
Τε-μορφή
滞貨して
Δυνητική
滞貨できる
Προστακτική
滞貨しろ
Βουλητική
滞貨しよう
Υποθετική (ば)
滞貨すれば