滾らす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα βράζω, φέρνω σε σημείο βρασμού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 滾らす
- Παρόν (ευγενικό)
- 滾らします
- Άρνηση (απλή)
- 滾らさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 滾らしません
- Παρελθόν (απλό)
- 滾らした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 滾らしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 滾らさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 滾らしませんでした
- Τε-μορφή
- 滾らして
- Δυνητική
- 滾らせる
- Προστακτική
- 滾らせ
- Βουλητική
- 滾らそう
- Υποθετική (ば)
- 滾らせば
- Υποθετική (たら)
- 滾らしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 滾らしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 滾らすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 滾らしなさい
- Παθητική
- 滾らされる
- Αιτιατική
- 滾らさせる