たぎ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα βράζω, κοχλάζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αναβλύζω (π.χ. καταρράκτης, χείμαρρος), αφρίζω, κυλώ ορμητικά
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεχειλίζω (για συναισθήματα), πλημμυρίζω (π.χ. μαχητικό πνεύμα), κοχλάζω (ειδικά για το αίμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
滾る
Παρόν (ευγενικό)
滾ります
Άρνηση (απλή)
滾らない
Άρνηση (ευγενική)
滾りません
Παρελθόν (απλό)
滾った
Παρελθόν (ευγενικό)
滾りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滾らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滾りませんでした
Τε-μορφή
滾って
Δυνητική
滾れる
Προστακτική
滾れ
Βουλητική
滾ろう
Υποθετική (ば)
滾れば