すなど

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: あさり

  1. 01 ψάρεμα, συλλογή οστράκων
  2. 02 ψαράς

Κλίση

Παρόν (απλό)
漁りする
Παρόν (ευγενικό)
漁りします
Άρνηση (απλή)
漁りしない
Άρνηση (ευγενική)
漁りしません
Παρελθόν (απλό)
漁りした
Παρελθόν (ευγενικό)
漁りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
漁りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
漁りしませんでした
Τε-μορφή
漁りして
Δυνητική
漁りできる
Προστακτική
漁りしろ
Βουλητική
漁りしよう
Υποθετική (ば)
漁りすれば