漁り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: あさり
- 01 ψάρεμα, συλλογή οστράκων
- 02 ψαράς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 漁りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 漁りします
- Άρνηση (απλή)
- 漁りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 漁りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 漁りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 漁りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 漁りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 漁りしませんでした
- Τε-μορφή
- 漁りして
- Δυνητική
- 漁りできる
- Προστακτική
- 漁りしろ
- Βουλητική
- 漁りしよう
- Υποθετική (ば)
- 漁りすれば
- Υποθετική (たら)
- 漁りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 漁りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 漁りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 漁りしなさい
- Παθητική
- 漁りされる
- Αιτιατική
- 漁りさせる