漂う
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρασύρομαι, επιπλέω
- 02 αναδύομαι (για άρωμα), πλανιέμαι στον αέρα
- 03 επικρατώ (για ένα συναίσθημα ή διάθεση)
- 04 περιπλανιέμαι, περιφέρομαι άσκοπα
- 05 αρχαϊκό είμαι ασταθής, είμαι επισφαλής
- 06 αρχαϊκό διστάζω, ταλαντεύομαι, συσπώμαι, κάνω πίσω
- 07 αρχαϊκό ζω σε επισφαλείς συνθήκες
Παραδείγματα
-
香りが漂う。
Αναδύεται ένα άρωμα.
-
船が波間にゆっくりと漂っていた。
Μια βάρκα επέπλεε ήσυχα ανάμεσα στα κύματα.
-
その部屋には、昔の面影と共に寂しげな雰囲気が漂っていた。
Σε εκείνο το δωμάτιο, πέρα από τις αναμνήσεις του παρελθόντος, υπήρχε μια ατμόσφαιρα μελαγχολίας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 漂う
- Παρόν (ευγενικό)
- 漂います
- Άρνηση (απλή)
- 漂わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 漂いません
- Παρελθόν (απλό)
- 漂った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 漂いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 漂わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 漂いませんでした
- Τε-μορφή
- 漂って
- Δυνητική
- 漂える
- Προστακτική
- 漂え
- Βουλητική
- 漂おう
- Υποθετική (ば)
- 漂えば
- Υποθετική (たら)
- 漂ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 漂いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 漂うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 漂いなさい
- Παθητική
- 漂われる
- Αιτιατική
- 漂わせる