漏もらす

ρήμα, επίθημα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω να διαρρεύσει, αφήνω να βγει (π.χ. φως)
  2. 02 αποκαλύπτω (ένα μυστικό), διαρρέω (πληροφορίες), μου διαφεύγει
  3. 03 εκφράζω (π.χ. τη δυσαρέσκειά μου), εκτονώνω, αποκαλύπτω (π.χ. τις αληθινές μου προθέσεις), βγάζω (π.χ. έναν αναστεναγμό)
  4. 04 βρέχω το παντελόνι μου
  5. 05 παραλείπω, αφήνω έξω
  6. 06 επίθημα παραλείπω να κάνω, χάνω, ξεχνάω να κάνω

Παραδείγματα

  • 子供こどもが寝ねている間あいだにおしっこを漏もらしました。

    Το παιδί βράχηκε στον ύπνο του.

  • 彼かれはうっかり秘密ひみつを漏もらしてしまった。

    Αυτός, κατά λάθος, αποκάλυψε το μυστικό.

  • 度重たびかさなる業務ぎょうむの追加ついかに、彼かれは遂ついに不満ふまんの声こえを漏もらした。

    Με τις αλλεπάλληλες προσθήκες στα καθήκοντά του, επιτέλους εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
漏らす
Παρόν (ευγενικό)
漏らします
Άρνηση (απλή)
漏らさない
Άρνηση (ευγενική)
漏らしません
Παρελθόν (απλό)
漏らした
Παρελθόν (ευγενικό)
漏らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
漏らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
漏らしませんでした
Τε-μορφή
漏らして
Δυνητική
漏らせる
Προστακτική
漏らせ
Βουλητική
漏らそう
Υποθετική (ば)
漏らせば