えんじる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποδύομαι (έναν ρόλο)
  2. 02 παίζω, παρουσιάζω (μια παράσταση)
  3. 03 κάνω (π.χ. ένα λάθος), εκτίθεμαι, κάνω σκηνή
  4. 04 προσποιούμαι (π.χ. ότι είμαι καλός πατέρας)

Παραδείγματα

  • 彼女は主役しゅやくえんじる

    Αυτή υποδύεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

  • その俳優はいゆう様々さまざまやくえんけることができる。

    Ο ηθοποιός μπορεί να υποδύεται με επιτυχία πολλούς και διαφορετικούς ρόλους.

  • かれ人前ひとまえではいつも陽気ようき性格せいかくえんじているが、じつ繊細せんさいひとだ。

    Μπροστά σε άλλους προσποιείται πάντα πως είναι χαρούμενος, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ευαίσθητος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
演じる
Παρόν (ευγενικό)
演じます
Άρνηση (απλή)
演じない
Άρνηση (ευγενική)
演じません
Παρελθόν (απλό)
演じた
Παρελθόν (ευγενικό)
演じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
演じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
演じませんでした
Τε-μορφή
演じて
Δυνητική
演じられる
Προστακτική
演じろ
Βουλητική
演じよう
Υποθετική (ば)
演じれば