演えん劇げき

ουσιαστικό | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέατρο, δραματική τέχνη, θεατρικό έργο

Παραδείγματα

  • 演劇えんげきを見みます。

    Θα δω θέατρο.

  • 高校こうこうで演劇えんげきクラブに入はいりました。

    Στο λύκειο, μπήκα σε θεατρική ομάδα.

  • 彼女かのじょは、人前ひとまえで感情かんじょうを表現ひょうげんするのが得意とくいなので、将来しょうらいは演劇えんげきの道みちへ進すすみたいと考かんがえています。

    Επειδή της είναι εύκολο να εκφράζει τα συναισθήματά της μπροστά σε κοινό, σκέφτεται να ασχοληθεί επαγγελματικά με την υποκριτική στο μέλλον.