えんそうわせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμμετέχω σε μουσική εκτέλεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
演奏に合わせる
Παρόν (ευγενικό)
演奏に合わせます
Άρνηση (απλή)
演奏に合わせない
Άρνηση (ευγενική)
演奏に合わせません
Παρελθόν (απλό)
演奏に合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
演奏に合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
演奏に合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
演奏に合わせませんでした
Τε-μορφή
演奏に合わせて
Δυνητική
演奏に合わせられる
Προστακτική
演奏に合わせろ
Βουλητική
演奏に合わせよう
Υποθετική (ば)
演奏に合わせれば