漕ぐ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κωπηλατώ, κάνω κουπί
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω πετάλι (ποδήλατο κ.ά.)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κούνια
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα λειτουργώ (χειροκίνητη αντλία)
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα διασχίζω πιέζοντας (πυκνή βλάστηση, βαθύ χιόνι κ.ά.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 漕ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 漕ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 漕がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 漕ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 漕いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 漕ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 漕がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 漕ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 漕いで
- Δυνητική
- 漕げる
- Προστακτική
- 漕げ
- Βουλητική
- 漕ごう
- Υποθετική (ば)
- 漕げば
- Υποθετική (たら)
- 漕いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 漕ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 漕ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 漕ぎなさい
- Παθητική
- 漕がれる
- Αιτιατική
- 漕がせる