ける

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μουλιάζω, βυθίζω, βουτάω
  2. 02 τουρσί, συντηρώ (σε αλάτι, ξύδι, κλπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
漬ける
Παρόν (ευγενικό)
漬けます
Άρνηση (απλή)
漬けない
Άρνηση (ευγενική)
漬けません
Παρελθόν (απλό)
漬けた
Παρελθόν (ευγενικό)
漬けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
漬けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
漬けませんでした
Τε-μορφή
漬けて
Δυνητική
漬けられる
Προστακτική
漬けろ
Βουλητική
漬けよう
Υποθετική (ば)
漬ければ