くちすす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: すすぐ

  1. 01 κάνω γαργάρες, ξεπλένω το στόμα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
漱ぐ
Παρόν (ευγενικό)
漱ぎます
Άρνηση (απλή)
漱がない
Άρνηση (ευγενική)
漱ぎません
Παρελθόν (απλό)
漱いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
漱ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
漱がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
漱ぎませんでした
Τε-μορφή
漱いで
Δυνητική
漱げる
Προστακτική
漱げ
Βουλητική
漱ごう
Υποθετική (ば)
漱げば