漲る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανεβαίνω ψηλά (για το νερό), ξεχειλίζω, φουσκώνω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα γεμίζω με (συναίσθημα, ενέργεια κ.λπ.), ξεχειλίζω από, πλημμυρίζω από, διαποτίζω (για ατμόσφαιρα, αίσθημα κ.λπ.), κυριαρχώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 漲る
- Παρόν (ευγενικό)
- 漲ります
- Άρνηση (απλή)
- 漲らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 漲りません
- Παρελθόν (απλό)
- 漲った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 漲りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 漲らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 漲りませんでした
- Τε-μορφή
- 漲って
- Δυνητική
- 漲れる
- Προστακτική
- 漲れ
- Βουλητική
- 漲ろう
- Υποθετική (ば)
- 漲れば
- Υποθετική (たら)
- 漲ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 漲りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 漲るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 漲りなさい
- Παθητική
- 漲られる
- Αιτιατική
- 漲らせる