ようよ

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο συνήθως γραμμένο με κάνα τελικά, επιτέλους
  2. 02 παρωχημένο συνήθως γραμμένο με κάνα μόλις, οριακά, με δυσκολία
  3. 03 παρωχημένο συνήθως γραμμένο με κάνα σταδιακά, σιγά σιγά, λίγο λίγο