ぜんしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταδιακή πρόοδος, σταθερή εξέλιξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
漸進する
Παρόν (ευγενικό)
漸進します
Άρνηση (απλή)
漸進しない
Άρνηση (ευγενική)
漸進しません
Παρελθόν (απλό)
漸進した
Παρελθόν (ευγενικό)
漸進しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
漸進しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
漸進しませんでした
Τε-μορφή
漸進して
Δυνητική
漸進できる
Προστακτική
漸進しろ
Βουλητική
漸進しよう
Υποθετική (ば)
漸進すれば