かず

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό βυθίζομαι στο νερό από τον λαιμό και κάτω, μαζεύω όστρακα, φύκια κ.λπ. βουτώντας κάτω από το νερό
  2. 02 αναγκάζω κάτι να βυθιστεί κάτω από την επιφάνεια του νερού

Κλίση

Παρόν (απλό)
潜く
Παρόν (ευγενικό)
潜きます
Άρνηση (απλή)
潜かない
Άρνηση (ευγενική)
潜きません
Παρελθόν (απλό)
潜いた
Παρελθόν (ευγενικό)
潜きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
潜かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
潜きませんでした
Τε-μορφή
潜いて
Δυνητική
潜ける
Προστακτική
潜け
Βουλητική
潜こう
Υποθετική (ば)
潜けば