潜める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρύβω, αποκρύπτω
- 02 χαμηλώνω (τον ήχο ή τη φωνή) για να μην ακούγομαι
- 03 γίνομαι αθόρυβος και δυσδιάκριτος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 潜める
- Παρόν (ευγενικό)
- 潜めます
- Άρνηση (απλή)
- 潜めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 潜めません
- Παρελθόν (απλό)
- 潜めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 潜めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 潜めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 潜めませんでした
- Τε-μορφή
- 潜めて
- Δυνητική
- 潜められる
- Προστακτική
- 潜めろ
- Βουλητική
- 潜めよう
- Υποθετική (ば)
- 潜めれば
- Υποθετική (たら)
- 潜めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 潜めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 潜めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 潜めなさい
- Παθητική
- 潜められる
- Αιτιατική
- 潜めさせる