うるかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μουσκεύω, βυθίζω στο νερό, μαλακώνω σε υγρό

Κλίση

Παρόν (απλό)
潤かす
Παρόν (ευγενικό)
潤かします
Άρνηση (απλή)
潤かさない
Άρνηση (ευγενική)
潤かしません
Παρελθόν (απλό)
潤かした
Παρελθόν (ευγενικό)
潤かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
潤かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
潤かしませんでした
Τε-μορφή
潤かして
Δυνητική
潤かせる
Προστακτική
潤かせ
Βουλητική
潤かそう
Υποθετική (ば)
潤かせば