うるお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υγραίνω, βρέχω
  2. 02 ωφελώ, πλουτίζω, ευνοώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
潤す
Παρόν (ευγενικό)
潤します
Άρνηση (απλή)
潤さない
Άρνηση (ευγενική)
潤しません
Παρελθόν (απλό)
潤した
Παρελθόν (ευγενικό)
潤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
潤さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
潤しませんでした
Τε-μορφή
潤して
Δυνητική
潤せる
Προστακτική
潤せ
Βουλητική
潤そう
Υποθετική (ば)
潤せば