しお

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναβλύζω (για φάλαινα), εκτοξεύω νερό και αέρα από το φυσητήρα
  2. 02 καθομιλουμένη χυδαίο εκσπερματώνω (για γυναικεία εκσπερμάτιση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
潮を吹く
Παρόν (ευγενικό)
潮を吹きます
Άρνηση (απλή)
潮を吹かない
Άρνηση (ευγενική)
潮を吹きません
Παρελθόν (απλό)
潮を吹いた
Παρελθόν (ευγενικό)
潮を吹きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
潮を吹かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
潮を吹きませんでした
Τε-μορφή
潮を吹いて
Δυνητική
潮を吹ける
Προστακτική
潮を吹け
Βουλητική
潮を吹こう
Υποθετική (ば)
潮を吹けば