ついえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταρρέω (κτιρίου, ονείρου, σχεδίου κ.λπ.), καταστρέφομαι, ναυαγώ, αποτυγχάνω
  2. 02 ηττώμαι ολοκληρωτικά (σε μάχη), εξολοθρεύομαι, διαλύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
潰える
Παρόν (ευγενικό)
潰えます
Άρνηση (απλή)
潰えない
Άρνηση (ευγενική)
潰えません
Παρελθόν (απλό)
潰えた
Παρελθόν (ευγενικό)
潰えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
潰えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
潰えませんでした
Τε-μορφή
潰えて
Δυνητική
潰えられる
Προστακτική
潰えろ
Βουλητική
潰えよう
Υποθετική (ば)
潰えれば