潰つぶす

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνθλίβω, λιώνω, ισοπεδώνω
  2. 02 κλείνω (μια επιχείρηση), καταστρέφω (μια επιχείρηση), αναγκάζω (μια εταιρεία) να κλείσει
  3. 03 καταστρέφω, χαλάω, εμποδίζω, ματαιώνω
  4. 04 σφάζω, σκοτώνω (ζώα για τροφή)
  5. 05 σκοτώνω (τον χρόνο), περνάω (τον χρόνο), ξοδεύω (τον χρόνο μου)
  6. 06 σπαταλάω, χαραμίζω (π.χ. ταλέντα)

Παραδείγματα

  • 空あき缶かんを潰つぶす。

    Πατάω ένα άδειο κουτάκι.

  • 時間じかんを潰つぶすために、カフェへ行いきました。

    Πήγα σε ένα καφέ για να περάσω την ώρα μου.

  • 彼かれの軽率けいそつな行動こうどうが、これまでの私わたしたちの努力どりょくを全すべて潰つぶしてしまった。

    Οι επιπόλαιες ενέργειές του κατέστρεψαν όλες τις προηγούμενες προσπάθειές μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
潰す
Παρόν (ευγενικό)
潰します
Άρνηση (απλή)
潰さない
Άρνηση (ευγενική)
潰しません
Παρελθόν (απλό)
潰した
Παρελθόν (ευγενικό)
潰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
潰さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
潰しませんでした
Τε-μορφή
潰して
Δυνητική
潰せる
Προστακτική
潰せ
Βουλητική
潰そう
Υποθετική (ば)
潰せば