つぶれる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνθλίβομαι, συντρίβομαι, καταστρέφομαι, σπάω, καταρρέω
  2. 02 χρεοκοπώ, αποτυγχάνω, καταρρέω
  3. 03 καταστρέφομαι (για σχέδιο), ακυρώνομαι, ναυαγώ (π.χ. για σχέδιο), αποτυγχάνω
  4. 04 χάνω (τη φωνή μου, την όραση, την όσφρηση κ.λπ.), παύω να λειτουργώ
  5. 05 καταναλώνω (το χρόνο μου), χάνομαι, σπαταλιέμαι
  6. 06 χάνω (μια ευκαιρία), χάνομαι
  7. 07 χάνω (το κύρος, την ψυχραιμία κ.λπ.), συντρίβομαι (π.χ. το θάρρος), ραγίζει (η καρδιά μου)
  8. 08 φθείρομαι (μύτη στυλό, δόντια πριονιού κ.λπ.), τρίβομαι, στομώνω
  9. 09 γίνομαι τύφλα στο μεθύσι

Παραδείγματα

  • その空き缶あきかんつぶれた

    Το άδειο κουτί τσαλακώθηκε.

  • 不況ふきょう影響えいきょうで、おおくの会社かいしゃつぶれてしまった。

    Λόγω της ύφεσης, πολλές εταιρείες χρεοκόπησαν.

  • 長年ながねん努力どりょくむすびそうだったのに、土壇場どたんば計画けいかくつぶれてしまい本当ほんとう残念ざんねんだ。

    Αν και οι προσπάθειες τόσων χρόνων ήταν έτοιμες να αποδώσουν καρπούς, το σχέδιο κατέρρευσε την τελευταία στιγμή και είναι πραγματικά κρίμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
潰れる
Παρόν (ευγενικό)
潰れます
Άρνηση (απλή)
潰れない
Άρνηση (ευγενική)
潰れません
Παρελθόν (απλό)
潰れた
Παρελθόν (ευγενικό)
潰れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
潰れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
潰れませんでした
Τε-μορφή
潰れて
Δυνητική
潰れられる
Προστακτική
潰れろ
Βουλητική
潰れよう
Υποθετική (ば)
潰れれば