かいそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πανωλεθρία, άτακτη υποχώρηση
  2. 02 φυγή έντρομων πλήθους

Κλίση

Παρόν (απλό)
潰走する
Παρόν (ευγενικό)
潰走します
Άρνηση (απλή)
潰走しない
Άρνηση (ευγενική)
潰走しません
Παρελθόν (απλό)
潰走した
Παρελθόν (ευγενικό)
潰走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
潰走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
潰走しませんでした
Τε-μορφή
潰走して
Δυνητική
潰走できる
Προστακτική
潰走しろ
Βουλητική
潰走しよう
Υποθετική (ば)
潰走すれば