ます

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθαρίζω, κάνω κάτι καθαρό
  2. 02 μένω ατάραχος, δείχνω αδιάφορος, προσποιούμαι την απάθεια
  3. 03 δείχνω σεμνός, φαίνομαι σοβαροφανής, παίρνω ύφος σπουδαίο
  4. 04 τεντώνω (τα αυτιά μου), ακούω προσεκτικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
澄ます
Παρόν (ευγενικό)
澄まします
Άρνηση (απλή)
澄まさない
Άρνηση (ευγενική)
澄ましません
Παρελθόν (απλό)
澄ました
Παρελθόν (ευγενικό)
澄ましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
澄まさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
澄ましませんでした
Τε-μορφή
澄まして
Δυνητική
澄ませる
Προστακτική
澄ませ
Βουλητική
澄まそう
Υποθετική (ば)
澄ませば