わた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι πεντακάθαρος, διαυγής

Κλίση

Παρόν (απλό)
澄み渡る
Παρόν (ευγενικό)
澄み渡ります
Άρνηση (απλή)
澄み渡らない
Άρνηση (ευγενική)
澄み渡りません
Παρελθόν (απλό)
澄み渡った
Παρελθόν (ευγενικό)
澄み渡りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
澄み渡らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
澄み渡りませんでした
Τε-μορφή
澄み渡って
Δυνητική
澄み渡れる
Προστακτική
澄み渡れ
Βουλητική
澄み渡ろう
Υποθετική (ば)
澄み渡れば