ちょうてつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαύγεια (π.χ. ουρανός), διαφάνεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
澄徹する
Παρόν (ευγενικό)
澄徹します
Άρνηση (απλή)
澄徹しない
Άρνηση (ευγενική)
澄徹しません
Παρελθόν (απλό)
澄徹した
Παρελθόν (ευγενικό)
澄徹しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
澄徹しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
澄徹しませんでした
Τε-μορφή
澄徹して
Δυνητική
澄徹できる
Προστακτική
澄徹しろ
Βουλητική
澄徹しよう
Υποθετική (ば)
澄徹すれば