げき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εντείνω, κλιμακώνω
  2. 02 ενθουσιάζομαι, οργίζομαι, εξάπτομαι
  3. 03 προσκρούω ορμητικά, συντρίβομαι πάνω σε κάτι
  4. 04 ενθαρρύνω, παροτρύνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
激す
Παρόν (ευγενικό)
激します
Άρνηση (απλή)
激さない
Άρνηση (ευγενική)
激しません
Παρελθόν (απλό)
激した
Παρελθόν (ευγενικό)
激しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
激さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
激しませんでした
Τε-μορφή
激して
Δυνητική
激せる
Προστακτική
激せ
Βουλητική
激そう
Υποθετική (ば)
激せば