げきやせ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη ραγδαία απώλεια βάρους, υπερβολικό αδυνάτισμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
激やせする
Παρόν (ευγενικό)
激やせします
Άρνηση (απλή)
激やせしない
Άρνηση (ευγενική)
激やせしません
Παρελθόν (απλό)
激やせした
Παρελθόν (ευγενικό)
激やせしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
激やせしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
激やせしませんでした
Τε-μορφή
激やせして
Δυνητική
激やせできる
Προστακτική
激やせしろ
Βουλητική
激やせしよう
Υποθετική (ば)
激やせすれば