のうしゅく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπύκνωση (π.χ. διαλύματος), εμπλουτισμός, πύκνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
濃縮する
Παρόν (ευγενικό)
濃縮します
Άρνηση (απλή)
濃縮しない
Άρνηση (ευγενική)
濃縮しません
Παρελθόν (απλό)
濃縮した
Παρελθόν (ευγενικό)
濃縮しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
濃縮しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
濃縮しませんでした
Τε-μορφή
濃縮して
Δυνητική
濃縮できる
Προστακτική
濃縮しろ
Βουλητική
濃縮しよう
Υποθετική (ば)
濃縮すれば