濛々
άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πυκνός, πυκνότατος (π.χ. ομίχλη, σκόνη κ.λπ.)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αόριστος, συγκεχυμένος (όταν δεν είναι δυνατή η καθαρή σκέψη), αμυδρός
άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict