らん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταχρηστική ή αβάσιμη δικαστική αγωγή, παρενοχλητική δικονομία

Κλίση

Παρόν (απλό)
濫訴する
Παρόν (ευγενικό)
濫訴します
Άρνηση (απλή)
濫訴しない
Άρνηση (ευγενική)
濫訴しません
Παρελθόν (απλό)
濫訴した
Παρελθόν (ευγενικό)
濫訴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
濫訴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
濫訴しませんでした
Τε-μορφή
濫訴して
Δυνητική
濫訴できる
Προστακτική
濫訴しろ
Βουλητική
濫訴しよう
Υποθετική (ば)
濫訴すれば