すす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 濯ぐ ξεπλένω, ξεβγάζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 雪ぐ εκδικιούμαι, αποκαθιστώ την υπόληψή μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
濯ぐ
Παρόν (ευγενικό)
濯ぎます
Άρνηση (απλή)
濯がない
Άρνηση (ευγενική)
濯ぎません
Παρελθόν (απλό)
濯いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
濯ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
濯がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
濯ぎませんでした
Τε-μορφή
濯いで
Δυνητική
濯げる
Προστακτική
濯げ
Βουλητική
濯ごう
Υποθετική (ば)
濯げば