ひんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκομαι στα πρόθυρα, είμαι έτοιμος να, κοντεύω να

Κλίση

Παρόν (απλό)
瀕する
Παρόν (ευγενικό)
瀕します
Άρνηση (απλή)
瀕しない
Άρνηση (ευγενική)
瀕しません
Παρελθόν (απλό)
瀕した
Παρελθόν (ευγενικό)
瀕しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
瀕しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
瀕しませんでした
Τε-μορφή
瀕して
Δυνητική
瀕できる
Προστακτική
瀕しろ
Βουλητική
瀕しよう
Υποθετική (ば)
瀕すれば