あぶらそそ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ρίχνω λάδι στη φωτιά, επιδεινώνω μια κατάσταση, αναστατώνω τα πνεύματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
火に油を注ぐ
Παρόν (ευγενικό)
火に油を注ぎます
Άρνηση (απλή)
火に油を注がない
Άρνηση (ευγενική)
火に油を注ぎません
Παρελθόν (απλό)
火に油を注いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
火に油を注ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
火に油を注がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
火に油を注ぎませんでした
Τε-μορφή
火に油を注いで
Δυνητική
火に油を注げる
Προστακτική
火に油を注げ
Βουλητική
火に油を注ごう
Υποθετική (ば)
火に油を注げば