άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φλέγομαι, τυλίγομαι στις φλόγες
  2. 02 πυροβολώ
  3. 03 φυσώ για να φουντώσω τη φωτιά
  4. 04 βγάζω φωτιά από το στόμα, ξεσπώ σε έντονο θυμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
火を噴く
Παρόν (ευγενικό)
火を噴きます
Άρνηση (απλή)
火を噴かない
Άρνηση (ευγενική)
火を噴きません
Παρελθόν (απλό)
火を噴いた
Παρελθόν (ευγενικό)
火を噴きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
火を噴かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
火を噴きませんでした
Τε-μορφή
火を噴いて
Δυνητική
火を噴ける
Προστακτική
火を噴け
Βουλητική
火を噴こう
Υποθετική (ば)
火を噴けば