火傷やけど

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: かしょう

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα έγκαυμα, ζεμάτισμα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παθαίνω ζημιά, καίγομαι (π.χ. από κακή επένδυση ή παρέα)

Παραδείγματα

  • 火傷やけどをした。

    Κάηκα.

  • あついおちゃゆび火傷やけどしました

    Έκαψα το δάχτυλό μου με ζεστό τσάι.

  • あの投資とうしおおきな火傷やけどをしたので、つぎからはもっと慎重しんちょうになります。

    Έπαθα μεγάλη ζημιά με αυτή την επένδυση, οπότε από την επόμενη φορά θα είμαι πιο προσεκτικός.

Κλίση

Παρόν (απλό)
火傷する
Παρόν (ευγενικό)
火傷します
Άρνηση (απλή)
火傷しない
Άρνηση (ευγενική)
火傷しません
Παρελθόν (απλό)
火傷した
Παρελθόν (ευγενικό)
火傷しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
火傷しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
火傷しませんでした
Τε-μορφή
火傷して
Δυνητική
火傷できる
Προστακτική
火傷しろ
Βουλητική
火傷しよう
Υποθετική (ば)
火傷すれば